Αιγαιαλίς;
Ξεκινά από σήμερα η δημοσίευση του προσωπικού αφηγήματος της φίλης Φαίδρας Αλεξάνδρου, η οποία κατά καιρούς είχε στείλει μικρές συνεργασίες σε αυτό το blog. Αυτή τη φορά πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο έργο, το οποίο θα δημοσιευθεί σε συνέχειες. Σήμερα ένα μέρος από το πρώτο κεφάλαιο. Δεν ξέρω αν θα βολεύει έτσι την ανάγνωση. Θα δω και θα κρίνω. Εχει φόρμα επικοινωνίας η σελίδα. Ενημερώστε με αν εξυπηρετεί ώστε να σκεφθώ κάποια άλλη λύση ίσως. Επίσης στη φόρμα επικοινωνίας μπορείτε να αφήσετε σχόλια σχετικά με το αφήγημα. Νομίζω ότι θα ενδιέφεραν τη συγγραφέα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΑΓΓΕΛΟΙ ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ
«Πιστεύετε ότι ο καθηγητής Higgins δολοφονήθηκε;» Ο detective Keith Macmillan έκανε μία χορευτική κίνηση με το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό της χωρίς να της αφήσει περιθώρια σκέψης. Ήταν σαφής και περίμενε μία εξίσου σαφή απάντηση.
Η Marjorie Smith τρομαγμένη κοιτούσε τον Macmillan. Όχι γιατί την αιφνιδίασε η ερώτηση, αλλά γιατί ο detective είχε κολλήσει τα ανακριτικά του μάτια επάνω της. Την κοίταζε επίμονα, προδικάζοντας την απάντησή της.
«Ε…ε, δεν ξέρω… δηλαδή μπορεί κιόλας… Αχ, δεν ξέρω», κατάφερε τελικά να πει. Έβγαλε από την τσάντα της ένα χαρτί, «σας παρακαλώ κ. Macmillan, να! δείτε ‘δω, εδώ το ‘χω, δεν τον πρόλαβα όμως, το είχε ήδη ταχυδρομήσει. Έχω όμως το αντίγραφο, να! πάρτε το… πάρτε το, θα σας βοηθήσει».
Είχαν ήδη περάσει αρκετές μέρες από τότε που το έμαθε. Εκείνο το γράμμα το είχε διαβάσει μόνο μία φορά «ναι, χρειάζεται τη βοήθειά μου…» είχε σκεφτεί μετά την πρώτη εκείνη ανάγνωση.
Ωραία, και λοιπόν; «Ζεις σ’έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο» της καταλόγιζε πάντα, «ναι, σ’έναν κόσμο για αγγέλους χωρίς φτερά» απαντούσε κάθε φορά, υπονοώντας σαφώς τον εαυτό της.
Βοήθεια και πάλι… αλλά όχι, αυτό ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Τι όμως; Το ξαναδιαβάζει, αισθάνεται την ανάγκη πως πρέπει να το ξαναδιαβάσει. «Ένας άνθρωπος ζητά βοήθεια…» ξανασκέφτηκε και μετά τη δεύτερη ανάγνωση. Ήλπιζε να είχε καταλάβει λάθος, αλλά όχι δεν είχε καταλάβει λάθος.
«Όχι, σε μένα! Τώρα για βοήθεια; Ίσως ναι, τώρα, αλλά όχι σε ΜΕΝΑ!» αναφώνησε με κατάπληξη σχεδόν, μη μπορώντας να χτίσει το άλλοθί της. «Δικαιολογίες, δικαιολογίες…» παραδέχτηκε στο τέλος.
Αισθανόταν για άλλη μία φορά να την πνίγει η ατμόσφαιρα του δωματίου της. Αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα να πάει έναν περίπατο. Τα βήματα όμως την οδήγησαν από μία αποπνικτική ατμόσφαιρα ενός δωματίου σε μια ακόμη πιο αποπνικτική ατμόσφαιρα στους δρόμους της μεγαλούπολης. Συνέχιζε να βαδίζει ανάμεσα σ’ένα πλήθος ανθρώπων, ανθρώπων που σε προσέχουν τόσο μόνο όσο για να σε σκουντήσουν για να προσπεράσουν, που όμως δεν σε ακουμπούν αρκετά για να σε αγγίξουν. Α! πόσο επικίνδυνοι είναι αυτοί οι άνθρωποι!
Προχωρούσε χωρίς να κοιτάει την ώρα. Δεν κοιτούσε σχεδόν ποτέ την ώρα. Αντίθετα, προσπαθούσε να συντονιστεί μαζί της, με την ώρα και το εκάστοτε χρόνο που της αναλογεί. Περπατούσε λοιπόν, στο χώρο που ανοιγόταν μπροστά της με τη μορφή του πεζοδρομίου. Τι βλακεία! Μήπως και ο χώρος δεν έχει ακριβώς το χρόνο που του αναλογεί;
Κατακερματίζοντας το χώρο ενός πεζοδρομίου σε πλάκες τσιμέντου, κατακερμάτιζε τον αντίστοιχο χρόνο όπου δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει παρά μόνο ένα βήμα τη φορά. Προσπαθούσε να χωρέσει τόσα βήματα σε μια χωροχρονική πλάκα τσιμέντου όσα δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει σε μία ολόκληρη ζωή. Παρ’όλο τα βήματα όμως, δεν έκανε το ένα βήμα, το μεγάλο, αυτό που ουσιαστικά θα την έφερνε μπροστά. Ίσως μόνο λίγο πιο μπροστά, αλλά τουλάχιστον θα ήταν μπροστά.
Αντ’ αυτού, η χωροταξική σύμβαση πραγματοποιούσε για λογαριασμό της. «Είτε προλαβαίνεις είτε δεν προλαβαίνεις». Τι να πρωτοπρολάβει κανείς; Να προλάβει να γεννηθεί, να ζήσει, να πεθάνει; Σκεφτόταν πως όλα αυτά τρέχει να τα προλάβει μέσα σ’ένα χρονικό όριο που τ’ ονομάζουν «μέσο όρο ζωής». Τι να χωρέσεις σ’έναν μέσο όρο ζωής που σου είναι άγνωστος σαν αριθμός;
«Κι όμως, το γράμμα αυτό…», σταμάτησε για λίγο το βηματισμό της και έφερε τη σκέψη της στο γράμμα που είχε φτάσει ταχυδρομικώς στα χέρια της πριν μερικές μέρες. Ναι πράγματι, αυτό το γράμμα της ζητούσε να κλέψει λίγο χρόνο από το παγκόσμιο ρολόι. Απ’ το ρολόι της ζωής της, αλλά όμως τι θα της ζητούσε ως αντάλλαγμα; Κάτι πρέπει να δίνει κανείς όταν παίρνει, και μάλιστα όταν κλέβει, ας είναι και λίγα νανοδευτερόλεπτα. Α! όλα κι όλα, ο χωροχρόνος δεν αστειεύεται! Συνέχιζε ν’ αναρωτιέται τι θα μπορούσε να δώσει στο χρόνο που δείχνει με το «είτε προλαβαίνεις είτε δεν προλαβαίνεις», ότι όλα συντελούνται χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. «Το γράμμα όμως;» ξανασκέφτηκε, «το γράμμα είναι παρόν και μόνο παρόν». Τι να σήμαινε όμως αυτό για την απόφαση που πρέπει να πάρει; Πραγματικά δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα απ’ όλα αυτά. Αν ο καθένας έχει τόσο μερίδιο στη γνώση όσο του αξίζει, τότε σίγουρα της άξιζε αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει.
Στάθηκε για μερικά λεπτά μπροστά στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου. Ξαφνικά θυμήθηκε πως είχε να τελειώσει το άρθρο που είχε υποσχεθεί σ’ εκείνον τον εκδότη του περιοδικού, που κάπου-κάπου – όταν δηλαδή είχε διάθεση – του ζητούσε να της αναθέσει τίποτα άρθρα, πάσης φύσεως. Δεν είχε καταλάβει το λόγο που το έκανε αυτό. Είχε ήδη μία πλήρη απασχόληση και κάλυπτε τα έξοδά της. Αυτός ο εκδότης ήταν και πελάτης του γραφείου όπου δούλευε, έτυχε λοιπόν να του αναφέρει ότι παλαιότερα την ενδιέφερε το γράψιμο. «Και γιατί δε δοκιμάζεις και τώρα;» την είχε προτρέψει τότε. Δεν το είχε σκεφθεί πριν, αλλά δεν ήθελε να του αρνηθεί κιόλας. Αυτό το άρθρο ήταν ήδη το δεύτερο καθώς είχε μείνει ικανοποιημένος από το πρώτο που της είχε δώσει. Το δέχτηκε και αυτή τη φορά μόνο και μόνο γιατί σκέφτηκε πως ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο κακή ιδέα να αναθερμάνει μία προοπτική καριέρας που την είχε ξεχασμένη κάπου στα χρονοντούλαπα του παρελθόντος.
Τα βήματα την οδήγησαν και πάλι πίσω στο δωμάτιο. Λευκές κόλλες χαρτιού την περίμεναν υπομονετικά πάνω στο μικρό γραφειάκι. Αισθανόταν ακόμη να την πνίγει η ατμόσφαιρα του δωματίου της. Όχι, και σήμερα δε θα κατάφερνε να ικανοποιήσει καμία από εκείνες τις λευκές κόλλες.
Σήκωσε το κεφάλι της από τα χαρτιά. Μα τι ήταν τελικά αυτό που την ενοχλούσε; Έριξε μία φευγαλέα ματιά στο δωμάτιο για να διαπιστώσει ακόμη μία φορά ότι έπρεπε να το είχε διακοσμήσει αλλιώς. Αρχικά το ήθελε λιτό, απέριττο, minimal. Αλλά τώρα της φαινόταν απελπιστικά άδειο, κενό. Και τα έπιπλα! Τώρα θα προτιμούσε να είχε επιλέξει έπιπλα με υφάσματα σε πιο σκούρες αποχρώσεις και όχι τόσο φωτεινά. Και σίγουρα δε θα τακτοποιούσε τα έπιπλα τόσο καλά στο χώρο. Ναι, αυτό ήταν! Παραήταν φωτεινά και τακτοποιημένα για τη διάθεσή της.
Συνέχιζε ακόμη να κρατά με πίεση το μολύβι στα χέρια της, λες και θα ήταν ποτέ δυνατόν να πεταχτούν τίποτα λέξεις. Άρχισε να ιδρώνει. Όμως, ίδρωνε μόνο στα δάχτυλα όπου στο τέλος αναγκάστηκε να πετάξει το μολύβι πάνω στις λευκές κόλλες.
Ήταν καιρός τώρα που προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Όχι βέβαια σκέψεις που αφορούσαν κάποιο άρθρο. Όχι, αυτές οι σκέψεις έρχονται με αφορμή κάποιο άρθρο ή κάποια συζήτηση, αλλά και από μόνες τους καθώς είναι αυθύπαρκτες, έχουν νου και θέληση. Εισέρχονταν στο δωμάτιο και ένιωθε να την κυριεύει πυρετός. Και υπήρξαν φορές που είχε όντως ανεβάσει πυρετό, μόνο και μόνο για να ακούσει – για πολλοστή φορά – από το στόμα του γιατρού: «χρειάζεστε ξεκούραση αγαπητή μου, έχετε πολύ άγχος το ξέρετε;»
Το ήξερε βέβαια! Αυτό που δεν ήξερε είναι εάν οι σκέψεις ήταν αυτές που της προκαλούσαν το άγχος, ή αν το άγχος ήταν αυτό που άφηνε την πόρτα ορθάνοιχτη να εισβάλλουν αυτές οι σκέψεις και να εγκατασταθούν ως σκιές στην οροφή ενός ήδη αποπνικτικού δωματίου. Όπως και να ‘χε, ένα της έμενε να κάνει, «βγάλτες από μέσα σου» έλεγε στον εαυτό της, «βγάλτες όσο μπορείς πιο γρήγορα, το γρηγορότερο τις ξεριζώσεις από μέσα σου, το καλύτερο για σένα». Πώς όμως να τις ξεριζώσει; Με μία κόλλα χαρτί; Στην αρχή της είχε φανεί αστείο, αλλά όσο περνούσε ο καιρός συνειδητοποιούσε ότι ήταν πλέον η μόνη διέξοδος. «Ας αφήσουμε λοιπόν τα άρθρα κατά μέρος» είπε αποφασισμένη.
Από τότε που το είχε πει αυτό είχε προσπαθήσει να αποτυπώσει πολλές από εκείνες τις σκέψεις στο χαρτί. Πάντα όμως κάτι τη διέκοπτε, κάτι τη σταματούσε. Ένα χτύπημα του τηλεφώνου, κάποιος ξαφνικός θόρυβος από κάποιο διπλανό διαμέρισμα, ή ακόμη και τίποτα. Πάντα ένα «τίποτα» κάνει τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο.
Και τότε σταματούσε, σταματούσε να γράφει, σταματούσε ακόμη και να σκέφτεται. Σταματούσε για να ακούσει και να επεξεργαστεί αυτό τον θόρυβο, τον όποιο θόρυβο, λες και από αυτόν εξαρτιόταν η σωτηρία, το ξερίζωμα.
Υπήρχαν όμως αυτοί οι θόρυβοι; Αυτοί οι απόηχοι σκέψεων; Μα ναι, φυσικά και υπήρχαν! Έπρεπε όμως να διανύσουν μία απόσταση χιλιάδων μονάδων χρόνου για να φτάσουν στ’ αυτιά της. Ακόμη και απ’ απόσταση εκατομμυρίων ετών φωτός θα μπορούσαν να φτάσουν απόηχοι σκέψεων ανθρώπων που ξεριζώθηκαν πριν από αυτήν. «Άρα, υπάρχει ελπίδα…» αναθάρρησε για λίγο. «Μπορεί όμως να υπάρξει ελπίδα, θα προλάβω; Να! πάλι το άγχος!», αισθανόταν να σκοτώνει την ελπίδα μ’ αυτόν τον τρόπο. «Τι να προλάβεις καημένη; Δεν υπάρχει τίποτα να προλάβεις… Βλακείες…. Λέω βλακείες», αποφάνθηκε με σιγουριά αυτήν τη φορά κα τράβηξε μία ευθεία γραμμή πάνω στο χαρτί που τη διασταύρωσε με μία ακόμη σχηματίζοντας το σημείο «Χ».
Συνεχίζεται…













