«Σιντάρτα» του Χέρμαν Εσσε

Written by coolplatanos on Σεπτεμβρίου 15, 2009 – 03:03 -

Χέρμαν Εσσε

Χέρμαν Εσσε

Και τώρα η βιβλιοπαρουσίαση του έργου «Σιντάρτα», του Χέρμαν Εσσε, από την pergolina, όπως προανήγγειλα (το κείμενο είναι 3.984 κοντά 4.000 λέξεις, ελπίζω να μην εξαφανιστεί από τη σελίδα, διότι παλαιότερα το wordpress μου είχε εξαφανίσει κείμενα 2.500 λέξεων):
Μία πορεία ζωής περιγράφεται στο βιβλίο του Εσσε, «Σιντάρτα». Σε πρώτο επίπεδο φυσικά αφορά μία μυθιστορηματική αφήγηση της ζωής του ιστορικού Βούδα, Σιντάρτα Γκοτάμα Σακυαμούνι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο πρόκειται για μία πορεία ζωής όχι μόνο ενός ανθρώπου προς την αυτοπραγμάτωση ή αυτογνωσία αλλά του κάθε ανθρώπου, είτε το κάνει με επίγνωση είτε όχι. Δε διαφέρουν οι ζωές των ανθρώπων, διαφέρει το επίπεδο της επίγνωσης με την οποία ο καθένας από εμάς πορεύεται το δρόμο του.

Η επίγνωση του δρόμου, λοιπόν! Ουσιαστικά αυτό είναι το βασικό θέμα στο εν λόγω βιβλίο. Αυτό που αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο είναι το επίπεδο της επίγνωσης (ή της συνειδητοποίησης) που αποκτά ο Σιντάρτα στην αλλαγή πορείας που επιχειρεί κάθε φορά. Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλάζει δεδομένα, αλλάζει πορεία, αλλάζει τον εαυτό του, τον γνωρίζει κάπως καλύτερα από πριν αν και όχι απόλυτα έως την τελική αυτοπραγμάτωση. Αλλά ακόμα και εκεί, δεν έχει να κάνει τόσο με τον εαυτό του όσο με το τι είναι τελικά αυτός ο «εαυτός» που τόσο επιθυμούσε να απαλλαγεί από αυτόν. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «Διδαγμένος από τους πιο γέρους Σαμάνους, εξασκούσε ο Σιντάρτα τη φυγή από τον εαυτό του….» […] Περπατούσε στο δρόμο της άρνησης του Εγώ μέσα από τον πόνο, μέσα από την ηθελημένη οδύνη και την υπερνίκηση του πόνου, της πείνας, της δίψας, της κούρασης.»

Όμως τελικά, πως μπορεί κανείς να ξεφύγει από τον εαυτό του; Επιστρέφεις πίσω όσες φορές προσπαθείς να ξεφύγεις: «Αλλά παρόλο που οι δρόμοι οδηγούσαν μακριά από το Εγώ, το τέλος τους γυρνούσε πάντα πάλι στο Εγώ. Παρόλο που ο Σιντάρτα ξέφυγε χιλιάδες φορές από το Εγώ, έμεινε στο Τίποτα, μπήκε στο θηρίο, στην πέτρα, ο γυρισμός ήταν αναπόφευκτος, αναπόφευκτη η ώρα που ξανάβρισκε τον εαυτό του, …και ήταν πάλι Εγώ και Σιντάρτα, και ένιωθε πάλι την οδύνη του κύκλου της ζωής που άρχιζε.» Το Εγώ τρυπώνει παντού, μπορεί να νομίζεις ότι του ξεφεύγεις, ότι απαλλάσσεσαι από αυτό αλλά ανακαλύπτεις ότι ουσιαστικά ποτέ δεν απαλλάχτηκες από αυτό, απλώς ήσουν κάτι άλλο και προσωρινά έβρισκες μία ανακούφιση ή νάρκωση από τον πόνο, τον κάθε λογής πόνο.

Αυτό το κυνήγι με το Εγώ περιγράφεται στο «Σιντάρτα» και ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου, από γιος Βραχμάνου που απολαύανε το θαυμασμό και την εκτίμηση του υπολοίπων Βραχμάνων και του πατέρα του, αποφασίζει να αναζητήσει τον εαυτό του με τους γέρους Σαμάνους, την απόλυτα σκληρή, ασκητική ζωή. Και αυτό γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι μόνο από βιβλία, ιερές γραφές και τελετουργίες δεν μπορεί κανείς να βρει τον εαυτό του. Αλλά και με τους Σαμάνους, δεν βρήκε αυτό που αναζητούσε, το μόνο που συνειδητοποίησε ήταν ότι επανερχόταν ξανά και ξανά σε αυτό το Εγώ που προσπαθούσε να σκοτώσει. Η απάρνηση των εγκοσμίων, η νάρκωση του σώματος και του νου, οι πιθανές υπερφυσικές δυνάμεις που αποκτούσε βαθμηδόν, τον άφηναν και πάλι να ανακαλύπτει πως είναι ο ίδιος, το ίδιο Εγώ, που επιθυμεί όλα αυτά: «…ή μήπως διαγράφουμε κύκλους – εμείς, που πιστεύουμε πως θα ξεφύγουμε από τον κύκλο της ζωής;»

Αυτή η συνειδητοποίηση βρήκε την επιβεβαίωσή της στη συνάντηση με τον Γκοτάμα Σακυαμούνι, το Βούδα, που ο συγγραφέας (αν και πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με τον Σιντάρτα) τον βάζει να τον συναντά στο άλσος Γεταβάνα όταν είχε ωριμάσει μέσα του η απόφαση να αφήσει τους Σαμάνους και να συνεχίσει αλλού την αναζήτησή του. Η έκπληξη είναι (ήταν τουλάχιστον για μένα) ότι δεν έμεινε με τον Γκοτάμα Βούδα. Με μία απλή κίνηση του μυαλού του, με έναν απλό και ξεκάθαρο συλλογισμό, με μία ουσιαστική σκέψη, αποφασίζει να ακολουθήσει το δικό του δρόμο.

Θέλει να μάθει ποιος είναι ο δικός του δρόμος. Όχι ο δρόμος των Βραχμάνων ή των Σαμάνων, ή ακόμη και αυτού του Βούδα. Όχι, θέλει να διδαχθεί από τον ίδιο του τον εαυτό! Αποφασίζει πως αυτός ο ίδιος θα είναι που θα διδάξει τον εαυτό του, θα αυτοανακαλυφθεί, θα αυτοαποκαλυφθεί. Συγκεκριμένα λέει στον Γκοτάμα Βούδα: «Βρήκες τη λύτρωση από το θάνατο. Την κέρδισες μέσα από την αναζήτησή σου, ακολουθώντας το δικό σου δρόμο… Δεν την κέρδισες με διδαχές… σε κανέναν δεν μπορείς να πεις και να μεταδώσεις, ω Σεβάσμιε, τι σου συνέβη την ώρα της φώτισής σου!» Και συνεχίζει για να καταλήξει: «…και φοβάμαι πως αν ήμουν ένας από τους μαθητές σου, μόνο επιφανειακά και απατηλά θα λυτρωνόμουν από το Εγώ μου, που στην πραγματικότητα θα ζούσε και θα αυξανόταν, αφού θα μεταφερόταν στη διδασκαλία, στην αγάπη μου για σένα, στην αδελφότητά μου με τους μοναχούς».

Αλλά ένα πράγμα δεν μπορούσε να κατανοήσει ο Σιντάρτα στον Γκοτάμα. Κάτι που έμεινε χαραγμένο για πάντα στη μνήμη του: «Κανέναν άλλον δεν είδα να κοιτάζει και να χαμογελάει έτσι, να περπατάει, να κάθεται, να βαδίζει… τόσο ελεύθερα, τόσο σεβάσμια, τόσο ανοιχτά αλλά και τόσο γεμάτος μυστήριο. Έτσι κοιτάζει και χαμογελάει, περπατάει μόνον όποιος έχει εισχωρήσει στο βάθος της ύπαρξής του.» Και η μεγάλη απόφαση δεν αργεί πλέον για τον Σιντάρτα: «Λοιπόν, θα προσπαθήσω κι εγώ να μπω στο βάθος του εαυτού μου».

Αποφασίζει λοιπόν μία ακόμη αλλαγή πορείας, αυτή τη φορά προς τα εγκόσμια, προς τους ανθρώπους που τους είχε ξεχάσει τόσον καιρό. Αυτούς που τους υποτιμούσε για τις μικρότητές τους, τώρα αποφάσισε να ζήσει και να γίνει ένας σαν και αυτούς. Και όντως έτσι έκανε. Η αρχή έγινε με την γνωριμία του με μία φημισμένη εταίρα, την Καμάλα, από την οποία έμαθε πολλά ο Σιντάρτα. Και όχι μόνο τον σωματικό έρωτα αλλά και το πόσο θέμα ισορροπιών είναι. Στον έρωτα η Καμάλα του έμαθε ότι για να πάρει πρέπει να δώσει. Όχι όμως να δώσει στο βαθμό που δεν έχει να δώσει άλλο. Να μην εξαντληθεί, να μην κορεσθεί, να μην χορτάσει τελείως την πείνα του, αλλά πάντα να αισθάνεται ότι υπάρχει έλλειψη για κάτι ακόμη, να αισθάνεται την ένδεια για να αναζητά και πάλι τον έρωτα.

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στη σκέψη πως αυτή η γνωριμία, ή περισσότερο η μύηση, από την Καμάλα, θυμίζει κάτι από τη μύηση που δέχτηκε και ο ίδιος ο Σωκράτης από τη Διοτίμα όπως την αφηγείται στο πλατωνικό Συμπόσιο. Όπως χαρακτηριστικά λέει και ο ίδιος ο Σιντάρτα, όταν αποφάσιζε αργότερα να εγκαταλείψει και αυτή τη ζωή: «Ποτέ δεν είχε καταλάβει… πόσο κοντά στο θάνατο βρίσκεται η ηδονή».

Και έρχεται η στιγμή που πρέπει να κλείσει και αυτός ο κύκλος ζωής, και αυτή η πορεία να πάρει το τέλος της, μόνο και μόνο για να ξεκινήσει μία καινούργια. Τα έζησε όλα ο Σιντάρτα, έγινε επιδέξιος εραστής, πλούσιος έμπορος, τζογαδόρος, μέθυσος, έφτασε στον πάτο των εγκοσμίων παθών, έφτασε στο σημείο να πορώνεται με ο,τιδήποτε και με οποιονδήποτε. Να νιώθει σε όλες τις διαστάσεις τον ανθρώπινο πόνο, τη δυστυχία, τη ζήλεια, τον φθόνο, την απληστία, την απόλυτη νάρκωση στην ηδονή, το φόβο της απώλειας. Αλλά ένα πράγμα δεν μπόρεσε να νιώσει, την αγάπη! Την αγάπη που νιώθουν αυτοί οι απλοί άνθρωποι που τόσο ήθελε να τους μοιάσει αλλά όσο και αν προσπαθούσε τους έμοιαζε μόνο στα αρνητικά τους σημεία και ποτέ στην αγάπη, δεν μπορούσε να νιώσει αγάπη, για να καταλήξει και να πει: «Είμαι σαν και εσένα Καμάλα, ούτε εσύ αγαπάς – αλλιώς πως θα μπορούσες να εξασκείς σαν τέχνη την αγάπη; Οι άνθρωποι του είδους μας μπορεί να μην έχουν την ικανότητα να αγαπήσουν. Οι άνθρωποι-παιδιά την έχουν, αυτό είναι το μυστικό τους».

Και έτσι από την ένδεια του Σαμάνου έφτασε στο άλλο άκρο, στον κόρο του εγκόσμιου ανθρώπου. Και εκεί μόνο ο θάνατος υπάρχει. Και αυτόν πήγε να αναζητήσει δίπλα σ’ ένα δέντρο στην άκρη του ποταμού. Ναι, έφτασε στο σημείο να κάνει την πιο ανόητη από όλες τις ανθρώπινες σκέψεις (όπως στο τέλος τη χαρακτηρίζει), την αυτοκτονία, «την καταστροφή της μορφής του Εγώ που τόσο μισούσε!» Αλλά τότε συνέβη κάτι ξαφνικό και απρόσμενο, αποτέλεσμα της προηγούμενης άσκησής του, της προηγούμενης ενάρετης ζωής του, συνέβη το Ομ! (σημείωση coolplatanos: ήχος του Ομ σε βίντεο στο youtube. Ο ήχος Ομ, είναι αυτός που ακούγεται από τις ανθρώπινες φωνές στο βίντεο, όχι τα συνοδευτικά όργανα, που τον μιμούνται μεν, αλλά πιο «βάρβαρα» κατά τη δική μου άποψη)

Ξαναήχησε μέσα από τα βάθη της ύπαρξής του ο ιερός ήχος, ο ήχος των ήχων, αυτό που νόμιζε ότι το είχε απωλέσει, ότι το είχε σκοτώσει, αλλά δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο, γιατί πολύ απλά ο ήχος των ήχων, η λέξη από την οποία απορρέουν όλες οι λέξεις δεν μπορεί να πεθάνει, αυτό είναι το Ομ! «Ηταν μία λέξη, μία συλλαβή, που πρόφερε δυνατά, χωρίς σκέψη, η παλιά αρχική και τελική λέξη όλων των προσευχών των Βραχμάνων, το άγιο «Ομ», που σημαίνει «το τέλειο» ή «η πλήρωση». […] Ο,τι δεν κατόρθωσε όλο αυτόν τον καιρό η οδύνη, η απογοήτευση, η αμφιβολία, το κατόρθωσε εκείνη τη στιγμή το «Ομ» που μπήκε στη συνείδησή του, και αναγνώρισε την αθλιότητα και την τρέλα του.»

Δίπλα λοιπόν στον ποταμό που ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή του, άρχισε για αυτόν μία νέα ζωή, μίαν άλλη πορεία. Έγινε περαματάρης του ποταμού, αυτός που περνάει τους ανθρώπους στην αντίπερα όχθη! Και από αυτόν το ποταμό διδάχθηκε τα πάντα. Μαζί με τον προκάτοχό του στο πέρασμα του ποταμού, τον Βαζουντέβα, έμαθε για τον ποταμό των γεγονότων της ζωής: «Έβλεπε πως αυτό το νερό έτρεχε κι έτρεχε, συνεχώς έτρεχε, κι όμως ήταν πάντα εκεί, ήταν πάντα το ίδιο αλλά και νέο κάθε στιγμή! Ω, όποιος μπορούσε να το καταλάβει αυτό! […] Ο ποταμός είναι την ίδια στιγμή παντού, στον καταρράκτη και στο πέρασμα, στις εκβολές και στον στρόβιλο, στη θάλασσα, στην οροσειρά, παντού την ίδια στιγμή, μόνο παρόν υπάρχει για κείνον, και όχι η σκιά του μέλλοντος ή του παρελθόντος».

Πρόκειται για αυτό το συναίσθημα, εάν μπορεί κανείς να το αποκαλέσει έτσι, του ταυτόχρονου, του παρόντος, της αιωνιότητας, το λυτρωτικό αίσθημα της ενότητας των πάντων. Και ο Σιντάρτα συνειδητοποίησε πως «…ήταν καιρός που δεν αισθανόταν χωρισμένος από τον Γκοτάμα παρ’ όλο που δεν μπόρεσε να διδαχθεί τη διδασκαλία του»

Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη που έπρεπε να ζήσει ο Σιντάρτα. Την αγάπη των ανθρώπων-παιδιών και αυτή ήρθε με μία απότομη στροφή της πορείας της ζωής δίνοντάς του ένα γιο. Στην τελευταία αποχαιρετιστήρια επαφή του με την Καμάλα, την ώρα που ένιωθε πόσο κοντά είναι ο θάνατος με την ηδονή, γεννήθηκε ο γιος του. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε αυτό το αίσθημα που οι άνθρωποι – παιδιά, όπως τους αποκαλούσε, το λένε αγάπη. Θέλησε να κρατήσει κοντά του το γιο του για να του μάθει τα μυστικά του ποταμού, του κύκλου της γέννησης και του θανάτου, της σαμσάρα, να τον φωτίσει! Αλλά ήταν μάταιο, κανείς δεν μπορεί να φωτίσει κανέναν, ο ίδιος είχε πει κάποτε στον Γκοτάμα ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι του συνέβη τη στιγμή της φώτισής του.

Αυτή η συνειδητοποίηση από μόνη της άρκεσε ώστε να αφήσει το γιο του ελεύθερο να επιλέξει κι αυτός την πορεία της δικής του ζωής, όπως πολύ σοφά του λέει ο προκάτοχός του στο πέρασμα του ποταμού: «Μα πιστεύεις πραγματικά πως γνώρισες τις τρέλες σου για να απαλλάξεις το γιο σου από αυτές; Και είσαι ικανός να προστατέψεις το γιο σου από τη σαμσάρα; Ποιος πατέρας, ποιος δάσκαλος μπόρεσε να προστατέψει εσένα από την επιθυμία να ζήσεις ο ίδιος τη ζωή; Το ίδιο ισχύει και για το γιο σου. Ποιος θα τον προστατέψει από το να λερωθεί ο ίδιος από τη ζωή, να πάρει μόνος του πάνω του την ενοχή, να πιει μόνος του το πικρό πιοτό, να βρει μονάχος το δρόμο του; Πιστεύεις λοιπόν πως θα μπορούσε κάποιος να απαλλαγεί απ’ αυτόν τον δρόμο;»

Ο Σιντάρτα συνειδητοποίησε ότι αυτή η αγάπη που ένιωθε για το γιο του ήταν ένα ακόμη ταξίδι στα θολά νερά της σαμσάρα, αλλά τώρα ήξερε πως έπρεπε να ακολουθήσει το δρόμο, να ζήσει και αυτόν τον πόνο. Αν και άφησε το γιο του να γυρίσει στην πόλη, στους ανθρώπους, αυτός συνέχισε να είναι ο περαματάρης του ποταμού. Ο πόνος όμως δεν έλεγε να φύγει. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε γνωρίσει πριν.

Και τότε στράφηκε για ακόμη μία φορά στον ποταμό. Αυτή τη φορά όμως χωρίς να ψάχνει για απαντήσεις, χωρίς να αναζητά ανακούφιση από τον πόνο, απλώς στράφηκε, κοίταξε, άκουσε τόσο προσεκτικά, τόσο βαθιά και τόσο συγκεντρωμένα, χωρίς επιθυμία, χωρίς κρίσεις, χωρίς επικρίσεις, χωρίς απόψεις, χωρίς κίνητρο και τότε είδε το χωρίς ΕΓΩ.

«Και όταν άκουσε ο Σιντάρτα προσεκτικά αυτόν τον ποταμό, αυτό το πολύφωνο τραγούδι, όταν δεν άκουγε ούτε την οδύνη, ούτε το γέλιο, όταν δεν έδενε την ψυχή του σε οποιαδήποτε φωνή και δεν εισχωρούσε μέσα της με το Εγώ του, αλλά τις άκουγε όλες, το Ολον, την ενότητα, τότε καταλάβαινε πως το μεγάλο τραγούδι των χιλίων φωνών είχε συντεθεί από μια μοναδική λέξη, που λεγόταν Ομ – τελειότητα. […] Εκείνη την ώρα σταμάτησε ο Σιντάρτα να παλεύει με το πεπρωμένο, έπαψε να υποφέρει. Στο πρόσωπό του άνθισε η χαρά της γνώσης, που καμιά θέληση δεν της αντιστέκεται πια, που γνωρίζει την τελειότητα, που συμφωνεί με τον ποταμό των γεγονότων, με το ρεύμα της ζωής, γεμάτη συμπόνια, γεμάτη συμπάθεια, δοσμένη στο χείμαρρο, ανήκοντας στην ενότητα».

Και ναι, αυτό ήταν, όπως αργότερα θα μυήσει και τον παιδικό του φίλο Γκοβίντα: «Μήπως τελικά αναζητούμε υπερβολικά;» Και τότε ο Γκοβίντα θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Σιντάρτα το ίδιο χαμόγελο εσωτερικής γνώσης, γαλήνης και σοφίας που είχαν δει και οι δύο όταν αποφάσιζαν να αφήσουν τους Σαμάνους, να ακτινοβολεί στο πρόσωπο του Γκοτάμα, το μειδίαμα ενός Βούδα, «…μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα, ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σ’ αυτόν, σ’ εσένα, στον καθένα, τον δημιουργούμενο, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα. Ο κόσμος, φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σαν έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα: όχι, είναι τέλειος σε κάθε στιγμή, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή. Ο Βούδας περιμένει μέσα στον ληστή και στον παίκτη των ζαριών. Για αυτό μου φαίνονται καλά όσα υπάρχουν. Αγαπώ μία πέτρα όχι γιατί κάποτε θα γίνει Βράχμαν ή Βούδας αλλά γιατί τώρα είναι ήδη τέτοια.»

Είναι ένα όμορφο και φωτεινό ταξίδι το βιβλίο του Εσσε. Σύντομα απλό, χωρίς φλυαρίες και με ουσία στην κάθε λέξη και πρόταση που χρησιμοποιεί. Χωρίς περιττές παρακάμψεις και χωρίς να χάνεσαι ακολουθείς το βασικό χαρακτήρα, τον Σιντάρτα, και μαθαίνεις για τη δική σου ζωή και για το δικό σου Εγώ.

Δεν γνωρίζω ποια από τα σημεία της ζωής ή των ζωών (καθώς αναφέρονται πολλές προηγούμενες ενσαρκώσεις του Βούδα πριν τη φώτισή του) που αναφέρονται στο βιβλίο είναι πράγματι ιστορικώς τεκμηριωμένα. Προσωπικά λίγο με ενδιαφέρει. Αυτό που με ενδιαφέρει και αυτό που κοίταξα να διασταυρώσω και από κάποιες άλλες βουδιστικές πηγές είναι αυτό το κοινό μονοπάτι, ο δρόμος που αλλάζει συνέχεια για να παραμείνει ο ίδιος δρόμος της ζωής. Το ποτάμι που αλλάζει και όμως είναι πάντα το ίδιο, το «μεταβάλλων αναπαύεται» του Ηράκλειτου, και αυτό αποτυπώνεται σε μία από τις πιο βασικές διδασκαλίες του Βουδισμού ως ο δρόμος των δρόμων που δεν είναι άλλο από το Οκταπλό Μονοπάτι που οδηγεί στη συνειδητοποίηση του Μέσου Δρόμου, ουσιαστικά στη Φώτιση.

Ο βασικός πυρήνας της Βουδιστικής Διδασκαλίας είναι ο Μέσος Δρόμος, όχι ο δρόμος της παντελούς ένδειας ή απάρνησης του Εγώ αλλά ούτε και του κορεσμού και της απόλυτης ταύτισης με το Εγώ των εγκοσμίων ψευδαισθήσεων. Ο Μέσος Δρόμος ανακαλύπτεται όταν κανείς γνωρίσει και τα δύο αυτά άκρα ή στην περίπτωση του Σιντάρτα, όταν κανείς περπατήσει και τους δύο δρόμους, συνειδητά και με επίγνωση. Κάθε στιγμή βρίσκουμε τον εαυτό μας είτε στο ένα άκρο, είτε στο άλλο. Η συνεχής επίγνωση αυτής της ταλάντευσης είναι που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το Μέσο Δρόμο, ή την Κενότητα, όπως επίσης αποκαλείται στη Βουδιστική ορολογία. Ένα Κενό όμως που δεν είναι άδειο αλλά περικλείει το Ολον, τα πάντα, χωρίς να είναι ένα πράγμα μόνο.

Στο βιβλίο του Εσσε και στην πορεία που διαγράφει ο Σιντάρτα μπορεί κανείς να βρει τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες:

1) τη συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι υπάρχει ανθρώπινος πόνος και δυστυχία,
2) τη συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι υπάρχει η αιτία αυτού του πόνου και της δυστυχίας,
3) τη συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι η απαλοιφή της αιτίας αποτελεί ταυτόχρονη απαλοιφή και του πόνου και τέλος,
4) τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει ο δρόμος που οδηγεί στην απαλοιφή αυτής της αιτίας, ο οποίος ονομάζεται Οκταπλός Δρόμος ή Οκταπλό Μονοπάτι.

Η ίδια η ζωή του Σιντάρτα είναι ο αυτός ο Δρόμος. Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά αυτό το Οκταπλό Μονοπάτι που ταυτόχρονα αποτελεί και την τέταρτη Ευγενή Αλήθεια. Το Οκταπλό Μονοπάτι αποτελείται από τρία βασικά τμήματα: Σοφία – Ενάρετος Βίος – Διαλογισμός, τα οποία αναλύονται ως εξής:

Ι. Prajna – Απόκτηση Σοφίας. Πρόκειται για το φιλοσοφικό τμήμα του μονοπατιού όπου ο νους είναι καθαρός σας καθρέπτης και ικανός να απεικονίζει την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, χωρίς ψευδαισθήσεις. Αποτελείται από:

1. Σωστή Οπτική/Ενατένιση ή Κατανόηση (samma ditthi): το να βλέπεις την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως φαίνεται να είναι. Ουσιαστικά αφορά την βαθύτατη συνειδητοποίηση της φιλοσοφίας του Βουδισμού μέσω προσωπικής εμπειρίας πια, όπως η Εξαρτημένη Καταγωγή ή Κενότητα και η συνολική συνειδητοποίηση των Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών.
2. Σωστή Σκέψη (samma sankappa): σκέψεις απαλλαγμένες από προσκόλληση, επιθυμία, μίσος, φθόνο, επίκριση, θυμό ή ψευδαισθήσεις.

II. Sila – Ενάρετος Βίος. Πρόκειται για το ηθικό τμήμα του μονοπατιού, την πρακτική πλευρά της καθημερινότητας και αποτελείται από:

3. Σωστός Λόγος (samma vaca): σωστή χρήση του λόγου γίνεται όταν δεν βλάπτει. Ο ψεύτικος ή παραπλανητικός λόγος, ο διασπαστικός λόγος που σκοπό έχει να σπείρει διχόνοια και συκοφαντία, η άσκοπη φλυαρία, ή το κουτσομπολιό, ο υβριστικός λόγος, ο καταχρηστικός λόγος. Όλα αυτά αποτελούν λάθος χρήση του λόγου.
4. Σωστή Δράση ή Πράξη (samma kammanta): αποφυγή πράξεων που βλάπτουν τον ίδιο μας τον εαυτό και τους άλλους όπως είναι ο φόνος, η κλοπή, βίαιη και κακή σεξουαλική συμπεριφορά, η χρήση ναρκωτικών ή άλλων εθιστικών ουσιών, συμπεριλαμβανομένου και του αλκοόλ, που σκοπό έχουν να φέρουν λήθη στο νου και έτσι χάνεται η νοητική εγρήγορση.
5. Σωστός Τρόπος Ζωής (samma ajiva): ο τρόπος ζωής που δεν βλάπτει ούτε εμάς τους ίδιους αλλά και οποιονδήποτε άλλον, είτε πρόκειται για ανθρώπους είτε το φυσικό ή ζωικό περιβάλλον. Στο Βουδισμό υπάρχουν επαγγέλματα τα οποία αποφεύγονται όπως: εμπορία όπλων, εμπορία ανθρώπων, εμπορία ζώων, εμπορία φαρμάκων, ή δηλητηρίων, ή χημικών που σκοπό έχουν να βλάπτουν ή να σκοτώνουν και όχι να σώζουν ζωές.

III. Samandhi – Διαλογισμός: πρόκειται για το ασκητικό τμήμα του μονοπατιού δηλαδή το διαλογισμό για την ανάπτυξη συγκέντρωσης και αποτελείται από:

6. Σωστή Προσπάθεια (samma vayama): αφορά στην προσπάθεια που καταβάλει κάποιος για να βελτιωθεί, αφορά επίσης στην προσπάθεια που καταβάλει κάποιος να αποτρέψει τον εαυτό του από μη ενάρετες πράξεις και να τον προτρέπει προς τις ενάρετες.
7. Σωστή Επίγνωση/Συνειδητοποίηση (samma sati): αποτελεί την άσκηση της ικανότητας που διαθέτει κάποιος να είναι διαρκώς σε νοητική εγρήγορση και να μην αφήνει το νου χωρίς επίγνωση. Επίγνωση όσον αφορά στο σώμα μας, τα μέρη που το αποτελούν, που βρισκόμαστε κάθε στιγμή. Επίγνωση όσον αφορά στα συναισθήματά μας, τι αισθανόμαστε, πως προκύπτουν αυτά. Επίγνωση όσον αφορά αυτά που αντιλαμβάνεται ο νους μας και πως τα αντιλαμβάνεται, όπως θυμός, φόβος, λύπη. Επίγνωση όσον αφορά στις απόψεις, ιδέες, θεωρίες, ή κάθε είδους γνώση που αναδύεται στο νου μας και καθορίζει τις πράξεις μας.
8. Σωστή Συγκέντρωση (samma samandhi): πρόκειται για την απόκτηση συγκεντρωμένου νου στην παρούσα στιγμή και παράταση αυτής της παραμονής χωρίς να διακόπτεται ούτε στο ελάχιστο η συγκέντρωση και να αποσπάται η προσοχή μας.

Η λέξη «samma» στην γλώσσα Pali, σημαίνει «τέλειος» ή «πλήρης» και αναφέρεται όχι τόσο σε ηθικές επιταγές ή εντολές που πρέπει να ακολουθήσει κανείς για να επιτύχει την εξάλειψη του πόνου, αλλά ως βοηθήματα κυρίως που μέσα από συνειδητή προσπάθεια οδηγούν στην επίγνωση και κατ’ επέκταση στη βαθιά συγκέντρωση, έτσι ώστε να γίνει ξεκάθαρο ποια είναι η γενεσιουργός αιτία του ανθρώπινου πόνου και της δυστυχίας. Αυτό από μόνο του οδηγεί σε αλλαγή της οπτικής μας που με τη σειρά της δίνει τροφή σε σκέψεις που αναπόφευκτα οδηγούν στη σωστή χρήση του λόγου και των πράξεων στην καθημερινή μας ζωή. Το θέμα δεν είναι απλώς να μη σκοτώσεις, ή να μην πεις ψέματα αλλά να συνειδητοποιήσεις την αιτία που σε ωθεί να σκοτώσεις, να διαπράξεις κάτι βίαιο, ή να κάνεις κακή χρήση του λόγου σου. Εξ’ ου και ο Βουδισμός είναι καθαρά πρακτικός και το Οκταπλό Μονοπάτι δεν είναι θεωρία, αλλά πρακτική εξάσκηση στην καθημερινότητα, όχι μόνο των μοναχών αλλά και των απλών ανθρώπων.

Το Οκταπλό Μονοπάτι ή αλλιώς Dharma Wheel (Dharmacakra) (ο Τροχός της Αλήθειας) συμβολίζεται με έναν τροχό (κάτι σαν το τιμόνι ενός καραβιού) με οκτώ ξεχωριστές λαβές που όμως γυρίζουν τον τροχό από όπου και αν πιαστείς. Εξασκείται στο σύνολό του, στην ολότητά του και όχι μόνο ένα μέρος του. Τα τρία βασικά του μέρη (Σοφία – Ενάρετος Βίος – Διαλογισμός) το ένα πατάει στο άλλο για να αναπτυχθεί, βοηθάει και υποβοηθάται από το άλλο. Δεν έχει νόημα π.χ. να είναι κανείς ενάρετος στον καθημερινό του βίο (να μην λέει ψέματα, να μην σκοτώνει κλπ) αλλά να μην είναι ικανός να συμμαζέψει το νου του. Κάτι που οδηγεί σαφώς σε λάθος οπτική της πραγματικότητας, που αργά ή γρήγορα θα γεννήσει τις σκέψεις εκείνες που αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε πράξεις που θα προκαλέσουν πόνο στον εαυτό του και στους άλλους.

Επανερχόμενη στο βιβλίο του Εσσε γίνονται εμφανή αυτά τα τρία μέρη του μονοπατιού στη ζωή του Σιντάρτα. Ξεκίνησε ως γιος Βραχμάνου και ακολουθώντας μία ενάρετη ζωή (Sila) και ως βραχμάνος, αλλά και ως σαμάνος, κατάφερε μέσα από συνεχή προσπάθεια διατήρησης της επίγνωσής του να αποκτήσει τη συγκέντρωση (Samandhi) εκείνη που του ήταν απαραίτητη για όλες τις συνειδητοποιήσεις που τον συντρόφευαν στη ζωή του. Αυτές όμως οι συνειδητοποιήσεις ήταν που σταδιακά τον οδήγησαν στην Σωστή Οπτική ή Ενατένιση της Πραγματικότητας που αποτυπώνεται στο χαμόγελο ενός Βούδα. Η απόλυτη συγκέντρωση του νου του σε αυτά που είχε να πει ο ποταμός έδωσαν ώθηση στη Σοφία (Prajna) να αναδυθεί από μέσα του. Αναπόφευκτα μέσα από αυτή τη Σοφία οι αντίστοιχες σκέψεις είναι ελεύθερες από κάθε είδους εγωισμό και με τη σειρά τους οδηγούν σε έναν σωστό τρόπο ζωής χωρίς ψέματα, σκοτωμούς, μίση, πάθη, φθόνο, λύπη που αποτέλεσμα έχουν τον πόνο και τη δυστυχία.

Αυτό που ουσιαστικά είδε μέσα στο ποτάμι ο Σιντάρτα δεν είναι τίποτα άλλο από την συνειδητοποίηση της πραγματικής κατάστασης που έχουν τα πράγματα, δηλαδή της Εξαρτημένης Καταγωγής τους. Η Εξαρτημένη Καταγωγή είναι ο βασικός πυρήνας της κοσμοθεωρίας του βουδισμού, μίας αρκετά φυσιοκρατικής κοσμοθεωρίας όπου τα πάντα εμφανίζονται ως αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοεπιδρώμενα. Δηλαδή καθετί εξαρτάται από μία αιτία και έχει ένα αποτέλεσμα. Αιτία και αποτέλεσμα είναι το βασικό γρανάζι που κινεί τον κύκλο της γέννησης και του θανάτου, τη σαμσάρα.

Όπως εξηγεί ο Δαλάι Λάμα: «Οι ουσίες που δημιουργούν τα αντικείμενα γύρω μας διαλύονται από στιγμή σε στιγμή. Κατά τον ίδιο τρόπο η εσωτερική συνείδηση με την οποία παρατηρούμε αυτά τα εξωτερικά αντικείμενα επίσης διαλύεται από στιγμή σε στιγμή.»
Και συνεχίζει: «Αν κατανοήσετε ότι, ανεξάρτητα με το τι εμφανίζεται, είτε στις αισθήσεις σας ή στις σκέψεις σας, αυτά τα αντικείμενα είναι εγκαθιδρυμένα σε εξάρτηση από τη σκέψη, θα απαλλαγείτε από την ιδέα ότι τα φαινόμενα υπάρχουν από μόνα τους. Θα κατανοήσετε την κενότητα, δηλαδή την απουσία της αυθύπαρκτης καταγωγής που αποτελεί την αυταπάτη».

Η τάση μας να θεωρούμε ό,τι αντιλαμβάνεται ο νους μας ως ανεξάρτητο, ξέχωρο, σαν να έχει δική του υπόσταση χωρίς να κατανοούμε ότι αποτελεί συνέχεια ή μέρος κάποιας αιτίας δίνει ώθηση στο να γεννηθεί η προσκόλληση και η επιθυμία για τα αντικείμενα, είτε αυτά τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας είτε πρόκειται για σκέψεις. Η προσκόλληση που αναπτύσσουμε με ό,τι βάλει ο νους μας είναι το πρόβλημα, ακόμη και η ίδια η ιδέα της φώτισης ή της απαλλαγής από το Εγώ αποτελεί πρόβλημα. «Μήπως προσπαθούμε υπερβολικά;» αναρωτήθηκε στο τέλος ο Σιντάρτα. Οι πράξεις και οι σκέψεις δεν είναι ξεχωριστές από τον σκεπτόμενο ή τον πράττοντα. Ο Δαλάι Λάμα αναφέρει: «Ο πράττων και η πράξη εξαρτώνται μεταξύ τους. Μία πράξη καθορίζεται ως εξαρτώμενη από τον παράγοντά της και ο παράγων καθορίζεται ως εξαρτώμενος από την πράξη». Αν η αιτία είναι η άγνοια που έχουμε για την πραγματική φύση των πραγμάτων τότε, με το να τα θεωρούμε ως αυθύπαρκτα και ανεξάρτητα από αιτίες και αποτελέσματα, ξέχωρα από το σύνολο, πόνος και δυστυχία θα αναδυθούν.

Βιβλιογραφία:

1. Εσσε, Ερμαν. ΣΙΝΤΑΡΤΑ, ΕΝΑ ΙΝΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999. Μετάφραση από Γερμανικά: Μαρία Παξινού.
2. Δαλάι Λάμα, XIV. ΠΩΣ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ ΟΠΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ. Εκδόσεις Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη 2007. Μετάφραση από τα Θιβετιανά: Jeffrey Hopkins, Ph.D. Μετάφραση από τα αγγλικά: Ευστάθιος Λιακόπουλος.
3. http://en.wikipedia.org/wiki/Buddhism


Tags: , ,
Posted in oraelladas, Εκπαίδευση, Ψυχαγωγία | No Comments »

μπορείς να σχολιάσεις

RSS

  • neli_studios_banner.jpg
  • pancar_banner.jpg
  • ΑΡΘΡΑ ΑΝΑ ΜΗΝΑ

  • ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ!

    Your Fonts - Font Generator
  • ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ

    banner.jpg
  • Βρες φθηνή βενζίνη

  • ραδιόφωνο στο web

    radiobubble.gif
  • Βιβλία + Χειροτεχνίες

  • ΚΑΙ… ΣΑΛΟΝΑΤΟ!

  • Spam Blocked

  • ΕΔΩ ΜΑΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΝ

    col_banner.jpg

Get Adobe Flash playerPlugin by wpburn.com wordpress themes
88x31 ` `