Εντυπώσεις από τον Ηλίθιο μέρος Β’

Written by coolplatanos on Μαΐου 20, 2008 – 02:34 -

Συνέχεια από την παρουσίαση των εντυπώσεων της pergolina από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι:

Ένας ακόμη χαρακτήρας στο έργο είναι και αυτός του Γεβγκένι Παύλοβιτς Ραντόμσκι, ένας αριστοκρατικής γενιάς αλλά ανθρωπιστής νεαρός, οικογενειακός φίλος των Επάτσιν. Είναι αυτός που με τις δικές του φροντίδες και μετά την κατάρρευση του Μίσκιν, τον μετέφερε πίσω στο ίδρυμα του καθηγητή Σνάιντερ όπου και ο ίδιος ο γιατρός δήλωσε την «πλήρη καταστροφή των διανοητικών του οργάνων». Ο Γεβγκένι Παύλοβιτς σε μίαν κατ’ ιδίαν συζήτηση που έχει με το Μίσκιν του κάνει μερικές πολύ σημαντικές παρατηρήσεις για το χαρακτήρα του και για την τάση του να συμπονά τους ανθρώπους, συγκεκριμένα του λέει: «…Συμπέρανα ότι τον ακρογωνιαίο λίθο όλων όσων συνέβησαν αποτέλεσε, κατ’αρχήν, η έμφυτη απειρία σας (προσέξτε πρίγκιπα, τούτη τη λέξη: «έμφυτη»), έπειτα η ασυνήθιστη αφέλειά σας, στη συνέχεια η πρωτοφανής έλλειψη της αίσθησης του μέτρου που σας χαρακτηρίζει και τέλος, η τεράστια, συσσωρευμένη μάζα των νοητικών πεποιθήσεων, τις οποίες εσείς, με την ασυνήθιστη εντιμότητά σας, θεωρείτε μέχρι τώρα πεποιθήσεις ειλικρινείς, φυσικές και άμεσες!» Επίσης ο Γεβγκένι Παύλοβιτς πολύ εύστοχα παρατηρεί πως η συμπόνια που δείχνει στο πρόσωπο της Ναστάσια Φιλιπποβνα (ένα πρόσωπο που δεν αντέχει να κοιτάζει ο Μίσκιν, τόσο μεγάλο πόνο του προκαλεί) είναι προς μία μονομερή κατεύθυνση καθώς αδιαφορεί για τον πόνο που μπορεί να αναδεικνύει και το πρόσωπο της Αγλαΐας Ιβάνοβνα. Τη στιγμή που ο ίδιος έκρινε ότι η Ναστάσια υποφέρει περισσότερο από την Αγλαΐα, πολύ χαρακτηριστικά λέει ο Γεβγκένι: «Και που ήταν τότε η καρδιά σας, η «χριστιανική» καρδιά σας; Είδατε εκείνη τη στιγμή το πρόσωπό της; Μήπως υπέφερε λιγότερο απ’ ό,τι η Ναστάσια Φιλίπποβνα. Πώς λοιπόν είδατε αυτό το πράγμα και το αφήσατε να συμβεί; [...] Μα που θα καταλήξει μετά από αυτό ο οίκτος;»

Ο Γεβγκένι Παύλοβιτς είναι ίσως ο μόνος από τον περίγυρο του Μίσκιν που κάπως φαίνεται να αντιλαμβάνεται τι σημαίνει να αγαπάς από συμπόνια και όχι από έρωτα όταν, στις επίμονες παρακλήσεις του Μίσκιν να τον πάει στην Αγλαΐα θεωρώντας ο ίδιος ότι αν της εξηγήσει εκείνη θα καταλάβει, ο Γεβγκένι του απαντά: «Όχι, πρίγκιπα, δε θα καταλάβει! Η Αγλαΐα Ιβάνοβνα αγάπησε σαν γυναίκα, σαν άνθρωπος και όχι… ως αφηρημένο πνεύμα. Ξέρετε κάτι, φτωχέ μου πρίγκιπα; Το πιθανότερο είναι πως δεν αγαπήσατε ποτέ ούτε τη μία ούτε την άλλη.» Σ’ αυτήν την τελευταία παρατήρηση ο Μίσκιν απαντά πως ίσως πράγματι να συμβαίνει κάτι τέτοιο αλλά ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτα γι’αυτό. Όμως γνωρίζει ότι φταίει χωρίς να γνωρίζει το γιατί: «Ω, ναι, εγώ φταίω… Δεν ξέρω ακόμη για τι ακριβώς φταίω, αλλά φταίω… Εδώ υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να σας εξηγήσω, Γεβγκένι Παύλοβιτς…» Αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει με λόγια ο Μίσκιν είναι αυτό που φαίνεται σχεδόν από την αρχή του έργου για την Ναστάσια Φιλίπποβνα και είναι αυτό το κάτι που υπάρχει στο πρόσωπό της και κυρίως στο βλέμμα της που ο Μίσκιν δεν αντέχει να κοιτάζει. Το αγαπά αυτό το πρόσωπο αλλά και το φοβάται ταυτόχρονα. Είναι αρκετές οι φορές που ο Μίσκιν λέει ότι βλέπει την παραφροσύνη στο βλέμμα της Ναστάσια, την παράνοια μιας γυναίκας που «η δύστυχη πονεμένη της ψυχή δεν άντεξε και τσακίστηκε», πως λοιπόν να την αφήσει όταν «… την αγαπάει ειλικρινά και απόλυτα, στην αγάπη του υπάρχει κάτι σαν έλξη προς ένα αξιολύπητο και άρρωστο παιδί που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να το αφήσεις να κάνει ό,τι θέλει

Όπως αναφέρει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό σημείωμα, «Ο Ηλίθιος» γράφτηκε εξολοκλήρου στο εξωτερικό όπου είχε καταφύγει ο συγγραφέας κυνηγημένος από χρέη και μετά το γάμο του με τη στενογράφο του, τη νεαρή Άννα Γκρηγκόριεβνα Σνίτκινα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει: «στόχος του Ντοστογιέφσκι ήταν να παρουσιάσει μέσα από το μυθιστόρημά του ένα θετικό ήρωα ή, για να μεταχειριστούμε τα ίδια του τα λόγια, έναν «θετικά ωραίο άνθρωπο». Στα προσχέδια του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας αποκαλεί τον ήρωά του «Πρίγκιπα Χριστό», ενώ στην τελική μορφή του έργου, ο βασικός ήρωάς του, ο πρίγκιπας Μίσκιν, είναι ένα άτομο που, μολονότι οι γύρω του τον θεωρούν ηλίθιο, σε σύγκριση με άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος, αυτός δε στερείται ευφυΐας. Αν οδηγείται στην πνευματική κατάρρευση, αυτό οφείλεται στο ότι είναι «συναισθηματικά ευάλωτος», όπως τονίζει ο Ρώσος κριτικός και φιλόσοφος Σεργκέι Λεβίτσκι.»

Ο ίδιος ο Μίσκιν απορεί: «[...] και πράγματι, είχα αρρωστήσει τόσο βαριά κάποτε που ήμουν σαν ηλίθιος. Τώρα πως γίνεται να είμαι εγώ ηλίθιος την ώρα που μόνος μου καταλαβαίνω πως ο κόσμος μ’ έχει για ηλίθιο;» Ο Μίσκιν είναι απλοϊκός στη σκέψη, στους τρόπους, ειλικρινής στη συμπεριφορά του απέναντι στους άλλους αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, απελπιστικά αφελής και συγχωρεί σχεδόν αμέσως όλους όσους προσπαθούν να τον βλάψουν ή να τον εμπλέξουν στα σχέδιά τους. Δεν ασκεί καμία κριτική και δεν αποδίδει ευθύνες σε κανέναν και για τίποτα, ενώ ο ίδιος δείχνει να αφήνεται στη ροή των γεγονότων χωρίς να έχει προσχεδιάσει σχεδόν τίποτα. Αποφασίζει την κάθε στιγμή αυτό που θα πράξει την επόμενη στιγμή. Δυστυχώς, όμως τα πράγματα και οι εξελίξεις παίρνουν μια τέτοια τροπή που όλοι τον κατηγορούν ότι άφησε να συμβούν κάποια πράγματα. Ο ίδιος βέβαια δεν μπορεί να καταλάβει για το πως έκανε να συμβεί ο,τιδήποτε από τη στιγμή που ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν ενήργησε υστερόβουλα ή προσχεδιασμένα. Χαρακτηριστικά λέει: «Μα… εγώ δεν άφησα να συμβεί τίποτα… εγώ, μα το Θεό, δεν άφησα τίποτα να συμβεί, ως τώρα ακόμη δεν έχω καταλάβει πως έγιναν όλα αυτά…» Αντιλαμβάνεται όμως στο τέλος πως όπως και να’ χει το πράγμα είτε κάποιος ενεργεί είτε όχι αυτό έχει συνέπειες, λέει χαρακτηριστικά: «…όσο φταίω εγώ, άλλο τόσο φταίτε και εσείς. Ούτε εσείς όμως ούτε εγώ είμαστε εκ προμελέτης ένοχοι.»

Μέμφεται όμως τον εαυτό του, για την ασυνήθιστη, ανόητη και ενοχλητική για πολλούς ευπιστία του αλλά ταυτόχρονα για την θλιβερή, όπως την έλεγε ο ίδιος, καχυποψία του. Για αυτές τις «δίδυμες» σκέψεις, που ξεπροβάλλουν στο μυαλό του, και ενώ στην αρχή πίστευε ότι ήταν σημάδια της αρρώστιας του, στην πορεία πείσθηκε ότι έτσι είναι όλοι οι άνθρωποι, έτσι λειτουργεί το ανθρώπινο μυαλό. Πάντα με κάθε σκέψη ξεπροβάλλει μία «δίδυμη» μαζί της, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει ποια είναι η σωστή και ποια είναι λάθος. Ποια είναι η αληθινή και ποια είναι η ψεύτικη. Ο δαίμονας που δεν μπορεί να παρέχει καμία βεβαιότητα! Και τότε είναι που: «…αρχίζεις να μην πιστεύεις σε τίποτα και να κάνεις υποθέσεις για τα πάντα…» και κυρίως τότε είναι που αρχίζεις να ασκείς κριτική, να διακρίνεις και να κατακρίνεις, κάτι που ο Μίσκιν δεν το απέφυγε αλλά το ερμήνευε ως συνέπεια της αρρώστιας του: «Αλλά γιατί βάλθηκε να τους κατακρίνει τελεσίδικα αυτός που μόλις σήμερα ξεμύτισε, γιατί να διατυπώνει τέτοιες κρίσεις; [...] Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αρρώστια του ξαναγυρνά. Ίσως σήμερα κιόλας να τον πιάσει κρίση. Στην κρίση οφείλεται όλο αυτό το σκοτάδι…» Δεν γνωρίζω εάν με τη λέξη «κρίση» ο Ντοστογιέφσκι αναφέρεται στην επικείμενη επιληπτική κρίση ή στην κριτική που βάλθηκε να ασκεί ο Μίσκιν και αυτό γιατί δε γνωρίζω εάν και στα Ρωσικά η λέξη «κρίση» έχει και τις δύο αυτές σημασίες.

Είναι ενδιαφέρουσα η άποψη του Ντοστογιέφσκι ότι δύο σκέψεις απλώς «συμπίπτουν», είναι «δίδυμες» και δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθεί κάποιος να τις συσχετίσει ή να τις χαρακτηρίσει ή να τις ερμηνεύσει: «…δύο σκέψεις συμπίπτουν, αυτό τυχαίνει πολύ συχνά [...] μου συνέβαινε μάλιστα να σκέφτομαι μερικές φορές ότι έτσι είναι φτιαγμένοι όλοι οι άνθρωποι, οπότε άρχισα να παίρνω κουράγιο, γιατί είναι φοβερά δύσκολο να τα βάλει κανείς με τούτες τις δίδυμες σκέψεις. Ένας θεός ξέρει πως μας έρχονται στο μυαλό και πως γεννιούνται.» Ο Μίσκιν είναι «αντιφατικός» όχι όμως για τον ίδιο, αλλά οι άλλοι τον βλέπουν έτσι, χαρακτηριστικά ο Κέλλερ του λέει πριν προλάβει να του ζητήσει και αυτός δανεικά: «Ε, αυτά κάνετε και τα ‘χει χαμένα ο κόσμος μαζί σας! Δείχνετε τέτοια αφέλεια και τέτοια αθωότητα ενώ ταυτόχρονα διαπερνάτε τον άνθρωπο με μια βαθύτατη ψυχολογική παρατήρηση, ίδια με βέλος».

Και ο Μίσκιν βρέθηκε μπροστά σε αινίγματα και όπως ο κάθε «ανόητος» και «ηλίθιος» άνθρωπος βάλθηκε να τα λύσει και ν’απαντήσει: «Ξάφνου τον κυρίευσε μια τρομερή επιθυμία να παρατήσει τα πάντα εδώ και ο ίδιος να φύγει, να γυρίσει πίσω, εκεί απ’ όπου ήρθε ή και μακρύτερα ακόμη. Προαισθανόταν πως αν έμενε εδώ, τότε θα ταυτιζόταν αμετάκλητα μ’ αυτόν τον κόσμο και στο εξής ο κόσμος αυτός θα γινόταν δικός του. Αμέσως αποφάνθηκε πως θα ήταν μικροψυχία αυτό, ότι έχει απέναντί του τέτοια προβλήματα, που τώρα πια δεν έχει καν το δικαίωμα να μη τα λύσει.»

Ο Μίσκιν όμως γνωρίζει ότι γελοιοποιείται, ότι ρεζιλεύεται. Γνωρίζει ότι είναι «γελοίος», όπως τον αποκαλούν σχεδόν όλοι γύρω του. Δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα, φοβάται πως όποια ιδέα και αν ξεστομίσει, λόγω της αρρώστιας του (για αυτό είναι απόλυτα σίγουρος), θα διαστρεβλωθεί και δε θα καταλάβουν οι άλλοι. Όμως, τελικά και ο Μίσκιν αντιλαμβάνεται πως αυτό συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους και τελικά σε εκείνη τη δεξίωση όπου τον έπιασε η δεύτερη κρίση, αναφωνεί όλος ανακούφιση: «[...] Δεν υπάρχει λόγος να ντρεπόμαστε γιατί είμαστε γελοίοι, έτσι δεν είναι; Γιατί στην πραγματικότητα αυτό είμαστε, είμαστε γελοίοι, είμαστε επιπόλαιοι, έχουμε άσχημες συνήθειες, δεν μπορούμε να διακρίνουμε, δεν μπορούμε να καταλάβουμε, όλοι έτσι είμαστε, όλοι, και σεις και εγώ και αυτοί!». Και λίγα λεπτά πριν την κρίση: «Μα γίνεται στα αλήθεια να είμαστε δυστυχισμένοι; Δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να περάσεις πλάι από ένα δέντρο και να μην είσαι ευτυχισμένος που το βλέπεις. Να κουβεντιάζεις μ’ έναν άνθρωπο να μην είσαι ευτυχισμένος που τον αγαπάς!».

Σύμφωνα με ένα σύγχρονο Ρώσο μελετητή του έργου του Ντοστογιέφσκι, τον Μπορίς Παραμόνοφ, ο τύπος του ηλιθίου υπήρξε ένας τυπικός ήρωας της λογοτεχνίας εκείνου του καιρού όπου σ’αυτόν αποκαλύπτονταν τα ύψιστα μυστήρια της ύπαρξης. Στα ρωσικά η έννοια αυτή αποδίδεται ως «πτωχός τω πνεύματι» και όπως συμπληρώνει ο ίδιος ο σχολιαστής, ο τύπος αυτός δεν είναι αποκλειστικά ρωσικός, αλλά κοινός σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Ο ίδιος μελετητής συνεχίζει: «Ο Μίσκιν απέτυχε, δεν προέκυψε από αυτόν ο Χριστός, όπως τον είχε φανταστεί ο Ντοστογιέφσκι, και τούτο όχι γιατί ο ήρωας δεν είναι αρκούντως καλός, αλλά γιατί – και είναι φοβερό και να το πεις – δεν είναι αρκούντως κακός. Ο Ντοστογιέφσκι δεν αποφάσισε στον Ηλίθιο να συγχωνεύσει σε έναν ήρωα, σε ένα πρόσωπο, το Μίσκιν και το Ραγκόζιν. Κάτι που έκανε στους «Δαιμονισμένους» όπου στο πρόσωπο του Σταυρόγκιν, ο Ντοστογιέφσκι δίνει τι είναι ο Χριστός για τον ίδιο. Ο Χριστός είναι ένας Σταυρόγκιν… γίνεται ένας Χριστός Δαιμονισμένος…. όταν στο πρόσωπο του Σταυρόγκιν αποφάσισε επιτέλους, ο Ντοστογιέφσκι, να συγχωνεύσει το Μίσκιν με το Ραγκόζιν…»

Δεν έχω διαβάσει τους «Δαιμονισμένους» αλλά δεν νομίζω ότι ο Μίσκιν απέτυχε ως ένας «θετικά ωραίος άνθρωπος» ή ως «Πρίγκιπας Χριστός» όπως ενδεχομένως να τον ήθελε ο Ντοστογιέφσκι. Θεωρώ πως ο Μίσκιν είναι μία πλευρά του συγγραφέα όπως ο Ραγκόζιν είναι μία άλλη. Το γεγονός ότι δεν αποφασίζει να τους συγχωνεύσει στον «Ηλίθιο» αλλά το κάνει ίσως στους «Δαιμονισμένους» για μένα υποδηλώνει την πορεία που διαγράφει ένας άνθρωπος από την διάσπαση στην ενότητα. Πώς μπορούν τα δύο να γίνουν ένα εάν πρωτίστως δεν έχει κανείς επίγνωση της διάσπασής τους; Δεν έχω μελετήσει τον Ντοστογιέφσκι, αλλά νομίζω πως δεν είναι τυχαίο που στην τελική σκηνή του δράματος, ο συγγραφέας επιλέγει και τους δύο μαζί, τον Ραγκόζιν «μισότρελο» και το Μίσκιν «εκτός πραγματικότητας» νιώθοντας συμπόνια ακόμη και για τον φονιά της αγαπημένης του, να κλείνουν το έργο. Τους θέλει μεν ξέχωρα, αλλά μαζί, είναι το βήμα πριν την ένωση.

Επανέρχομαι εκεί από όπου ξεκίνησα: στο αίσθημα της αδικίας για το τέλος του Μίσκιν. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό και να μη σκεφτώ ότι ο Μίσκιν δεν μπορεί να φταίει για οτιδήποτε του συνέβη. Γιατί όμως να φταίει περισσότερο ο Ραγκόζιν ή οποιοσδήποτε άλλος; Κατέληξα πως το αίσθημα της αδικίας οφειλόταν ακριβώς σ’αυτό. Δεν είναι όμως θέμα ευθυνών εδώ, δεν φταίει κανείς, κάτι άλλωστε που λέει και ο ίδιος ο Μίσκιν: «…όσο φταίω εγώ, άλλο τόσο φταίτε και εσείς. Ούτε εσείς όμως ούτε εγώ είμαστε εκ προμελέτης ένοχοι» και δε θα συμφωνήσω ότι ο Μίσκιν ήταν συναισθηματικά ευάλωτος. Γιατί όμως να επιλέξει για το Μίσκιν την οριστική διακοπή της επαφής με την πραγματικότητα; Μήπως για να μην νιώθει πλέον πόνο, σαν μία τελευταία πράξη συμπόνιας αλλά προς τον εαυτό του αυτή τη φορά; Θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι πολύ εγωϊστικό για έναν χαρακτήρα όπως ήθελε ο Ντοστογιέφσκι το Μίσκιν. Ο συγγραφέας δημιούργησε ένα χαρακτήρα ταυτόσημο με τον ανθρώπινο πόνο, ή καλύτερα με τη συμπόνια. Δεν νομίζω πως θα άφηνε ποτέ έναν τέτοιο χαρακτήρα να υποκύψει στον πόνο.

Ο Μίσκιν όμως ακολουθούσε την ροή των γεγονότων, όπως κι αν συνέβαιναν αυτά. Μέχρι τελευταίας ήλπιζε ότι η Ναστάσια Φιλίπποβνα «μπορούσε να αναστηθεί» αλλά η ελπίδα πέθανε μαζί της και ο ίδιος κρατώντας μία τράπουλα χαρτιά στα χέρια του (μία αντίστοιχη τράπουλα με την οποία ο ίδιος κέρδιζε συνέχεια χωρίς καν να προσπαθεί) συνειδητοποίησε ότι τώρα δεν θα τον βοηθούσε σε τίποτα απολύτως. Το μόνο που του απόμεινε ήταν να περνά κάθε λίγο το χέρι του από το πρόσωπο του Ραγκόζιν που παραληρούσε και να τον ησυχάζει ενώ την ίδια στιγμή ο ίδιος δεν είχε πλέον καμία συναίσθηση του εαυτού του. Έχω μείνει με την αίσθηση ότι η πνευματική του κατάρρευση επήλθε ως φυσική κατάληξη των συνεπειών που προέκυψαν από μία σειρά γεγονότων απέναντι στα οποία ο ίδιος στάθηκε ως απλός παρατηρητής τους, ασχέτως εάν φέρεται να μετείχε σ’ αυτά μέσω κάποιων επιλογών και αποφάσεων. Και δεν ισχύει κάτι διαφορετικό για το Ραγκόζιν. Ο νευρικός κλονισμός που υπέστη, η προσωρινή αμνησία και η πολυετής καταδίκη σε κάτεργα στη Σιβηρία ήταν η δική του φυσική κατάληξη.

έγραψε η pergolina


Tags: , ,
Posted in oraelladas | No Comments »

μπορείς να σχολιάσεις

RSS

  • neli_studios_banner.jpg
  • pancar_banner.jpg
  • ΑΡΘΡΑ ΑΝΑ ΜΗΝΑ

  • ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

  • ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ!

    Your Fonts - Font Generator
  • ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ

    banner.jpg
  • Βρες φθηνή βενζίνη

  • ραδιόφωνο στο web

    radiobubble.gif
  • Βιβλία + Χειροτεχνίες

  • ΚΑΙ… ΣΑΛΟΝΑΤΟ!

  • Spam Blocked

  • ΕΔΩ ΜΑΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΝ

    col_banner.jpg

Get Adobe Flash playerPlugin by wpburn.com wordpress themes
88x31 ` `