Οταν ο καιρός κόπηκε μονοκόμματα στα δυο…
Written by coolplatanos on Μαρτίου 31, 2008 – 01:15 -
Πίνακας του Γκόγια: 3η Μαίου 1808, Βικιπαιδεία
…όχι από τον ερωτικό σπασμό, αλλά από αυτόν του θανάτου. Ετος 1952, στις 30 Μαρτίου εκτελούνται στο Γουδί ο Νίκος Μπελογιάννης, γνωστός και ως ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Ν. Καλούμενος και ο Ηλίας Αργυριάδης.
Η εκτέλεση τους αποτελεί σταθμό στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Με την εκτέλεση ειδικά του Μπάτση τελείωνε και οποιοδήποτε όραμα για μία διαφορετική πορεία της Ελλάδας με αξιοπρέπεια και πρόοδο βασισμένη στην αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων μας.
Ηταν για καλό, για κακό; Ποτέ δεν θα μάθουμε μια και η ιστορία δεν γράφεται με ΑΝ όπως συχνά έχω τονίσει σε πολιτικά σχόλια. Πάντως σίγουρα αυτή η κρίσιμη ιστορική περίοδος μέσα στην ακραία καχυποψία του ψυχρού πολέμου μας οδήγησε στο σήμερα με όλα του τα παρεπόμενα…
Βιογραφία του Νίκου Μπελογιάννη μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα Σαν Σήμερα. Στοιχεία σχετικά με τον Δημήτρη Μπάτση μπορείτε να διαβάσετε αφενός στο blog Αυτοβιογραφίες όπου υπάρχει ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία της συζύγου του Δημήτρη Μπάτση, Λίλιαν, και σε ένα δημοσίευμα της Προλεταριακής Σημαίας σχετικά με την επανέκδοση του Ανταίου από τον Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
Γράφει σχετικά ο Αντώνης Καρκαγιάννης στην Καθημερινή (1-4-2001)
Ηταν η 30ή Μαρτίου του 1952 [...]. Ηταν πολύ ζεστή η μέρα, πριν από λίγες μέρες κάποια εφημερίδα την ανέφερε ως μία από τις δύο-τρεις πιο ζεστές μέρες του περασμένου αιώνα αυτήν την εποχή. Αν θυμάμαι καλά ήταν Kυριακή…
Η Αθήνα ξύπνησε με την είδηση ότι τα χαράματα της ίδιας μέρας, πριν ακόμη φωτίσει, εκτελέσθηκαν διά τυφεκισμού ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Kαλούμενος και ο Αργυριάδης, δικασθέντες «επί κατασκοπεία» και καταδικασθέντες σε θάνατο από το Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών.
Η διαδικασία της εκτέλεσης άρχισε στις 2 το πρωί, όταν καμιόνια με ισχυρή στρατιωτική και αστυνομική συνοδεία έφτασαν στην πύλη των Φυλακών Kαλλιθέας, απέναντι από τον Οίκο Τυφλών, δίπλα στην εκκλησία, εκεί που τώρα βρίσκεται το σχολείο. Ηταν ένα εντυπωσιακό κτίριο, που δυστυχώς αργότερα το γκρέμισαν.
[...] Η πομπή με τα καμιόνια διέσχισε την Αθήνα και έφτασε στο Γουδί. Ηταν νύχτα ακόμα και τους τουφέκισαν με το φως που έριχναν οι προβολείς των αυτοκινήτων.
Και σε άλλο σημείο του ίδιου κειμένου του Αντώνη Καρκαγιάννη αναφέρεται:
Για την προσωπικότητα του Νίκου Μπελογιάννη έχουν γραφεί πολλά και θα γραφούν περισσότερα. Εδώ θέλω να πω δυο λόγια για τον Δημήτρη Μπάτση. Ανήκε στην «ανώτερη κοινωνία» γιος ναυάρχου ε.α., γνωστός δικηγόρος της Αθήνας και ακόμη πιο γνωστός για την πνευματική του παρουσία και δράση. Συγγραφέας του πολύ γνωστού τότε βιβλίου «Η Βαριά Βιομηχανία στην Ελλάδα» και εκδότης του 15νθήμερου περιοδικού «Ανταίος». Εκτελέσθηκε στα 35 του χρόνια, όσο περίπου και ο Μπελογιάννης. (Πηγή: Καθημερινή, 1-4-2001)
Ο Ανταίος πρωτοκυκλοφόρησε σαν δεκαπενθήμερο περιοδικό «για τη μελέτη των προβλημάτων της Ανοικοδόμησης», στην Αθήνα στις 20 του Μάη του 1945. Ψυχή του περιοδικού υπήρξε από την πρώτη στιγμή ο Δημήτρης Μπάτσης, ο γνωστός επιστήμονας και αγωνιστής, συγγραφέας του βιβλίου «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα». Η σύλληψη του Μπάτση σήμαινε και το τέλος της διαδρομής του Ανταίου. Τελευταίο τεύχος, αυτό που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1951. Ο Δ. Μπάτσης ήταν από την αρχή υπεύθυνος σύνταξης ενώ διευθυντής μέχρι τον Ιούλη του 1947 ήταν ο καθηγητής Χαράλαμπος Θεοδωρίδης. Με την αποχώρηση του Χ. Θεοδωρίδη, ο Μπάτσης αναλαμβάνει και τη διεύθυνση του Ανταίου. (Πηγή: Προλεταριακή Σημαία, φ. 423)
Και συνεχίζω με παράθεση άλλου ενός αποσπάσματος από το κείμενο του Αντώνη Καρκαγιάννη:
Γύρω από την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων παίχθηκε στην Αθήνα ένα περίπλοκο και πολυεπίπεδο πολιτικό παιχνίδι. Νικητές του εμφυλίου πολέμου ήσαν δύο παρατάξεις: το βενιζελογενές κέντρο και η «βασιλόφρων» Δεξιά που είχε και την υποστήριξη των δυναμικών κέντρων της εξουσίας, του Παλατιού, της ισχυρής Αστυνομίας, της ηγεσίας του στρατεύματος και του ξένου παράγοντα, κυρίως των Αμερικανών. Το ζήτημα ετέθη λίγους μήνες, μετά το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στις εκλογές του Μαρτίου του 1950: Ποιος από τους δύο νικητές, το Kέντρο ή η Δεξιά θα κυβερνήσει τη μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα. Τα κεντρικά προβλήματα ήταν δύο: η ανασυγκρότηση και η επάνοδος της χώρας σε ομαλό πολιτικό βίο, με τη χορήγηση αμνηστίας ή τουλάχιστον με την εφαρμογή «μέτρων ειρηνεύσεως», πολιτική που εξέφραζε κυρίως ο Νικόλαος Πλαστήρας από τα κόμματα του Kέντρου. Αντιθέτως η Δεξιά, και τα δυναμικά στηρίγματά της, επιδίωκε την κυριαρχία της με τη συνέχιση της «εμπολέμου καταστάσεως» εναντίον του «εσωτερικού εχθρού», στον οποίο πλην των κομμουνιστών κατέτασσε και όλους τους αριστερούς δημοκράτες, παρ’ όλο που δεν συμμετείχαν στην ανταρσία, αλλά και με τον χαρακτηρισμό του «συνοδοιπόρου», μεγάλο τμήμα του Kέντρου. Σε συνθήκες «ψυχρού πολέμου» στα όρια του «θερμού» η θέση αυτή υποστηριζόταν απολύτως από την μακαρθική τότε Αμερική.
Ενα περίεργο παιχνίδι εξτρεμισμού μεταξύ του ηττημένου KKΕ και της νικήτριας Δεξιάς (πολλές φορές οι δύο παρατάξεις έδιναν την εντύπωση ότι η μία τροφοδοτούσε την πολιτική της άλλης) είχε αποτέλεσμα τη συντήρηση της «εμπολέμου καταστάσεως» επί δύο δεκαετίες με πλήρη εξουδετέρωση των μετριοπαθών δυνάμεων της Αριστεράς και του Kέντρου. Στις εξελίξεις αυτές η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του ήταν ένας σταθμός.
Πρωθυπουργός ήταν τότε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας και αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος. Την επαύριο της εκτελέσεως, θυμάμαι τον πρόεδρο της ΕΔΑ, τον Ιωάννη Πασαλίδη, στο βήμα της Βουλής να απευθύνεται στον Παπάγο και με την ποντιακή του προφορά να τον ρωτάει: «Εσύ στρατάρχη θα τον εκτελούσες;». Kαι ο στρατάρχης έμεινε βουβός. Λίγους μήνες μετά κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 52%.
Ενώ στην εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα Ποντίκι (2 – 11 – 2006) αναφέρεται:
Οι διεθνείς αντιδράσεις, με κορυφαία ονόματα της πολιτικής και της τέχνης απ’ όλο τον κόσμο, όπως οι Ντε Γκωλ, Τσάρλι Τσάπλιν, Πολ Μπονκούρ, Πικάσο κ.λπ., για τη διάσωση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του ακούγονται πολύ μακρινές στην αποικιοκρατούμενη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν οι αμερικάνοι [1] και το παλάτι
Οι πρώτοι πανηγυρίζουν μέσα από τη «Φωνή της Αμερικής»: «Η δίκη αυτή είναι ένα από τα σπουδαιότερα παγκόσμια γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν τον Φεβρουάριον του 1952. Αποτελεί δίδαγμα διά τον ελεύθερον κόσμον. Αποδεικνύει ότι τα απανταχού κομμουνιστικά κόμματα δεν εμπνέονται από πολιτικούς σκοπούς αλλά αποτελούν οργανώσεις κατασκοπείας». Το ανυπόμονο παλάτι δίνει τη «γραμμή», όταν ο βιαστικός βασιλιάς Παύλος λέει στις 25 Μαρτίου προς τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Παπασπύρου: «Η εντολή να μην εκτελεστούν οι θανατικές καταδίκες δεν ισχύει επ’ άπειρον».
Το μόνο που θα μπορούσε να ανατρέψει τα τετελεσμένα ήταν κάτι απρόβλεπτο. Αυτό έρχεται με την επιστολή Πλουμπίδη που είχε το αποτύπωμά του, στην οποία δηλώνει ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τον μηχανισμό των ασυρμάτων και ότι είναι πρόθυμος να παραδοθεί και να δικαστεί με αντάλλαγμα τη ζωή του Μπελογιάννη και των άλλων καταδικασμένων.
Αλλά:
Οι μέρες όμως είναι αρκετά «πονηρές» (σημ. δική μου: μιλάμε για φουλ ψυχροπολεμική περίοδο) για να μπορέσει μια ατομική, όπως αποδείχτηκε, συναισθηματική και ηρωική πρωτοβουλία να αντιστρέψει την πολιτική ροή των πραγμάτων που όλοι είχαν θεωρήσει δεδομένη. Η κυβέρνηση αιφνιδιάζεται από την επιστολή Πλουμπίδη, αλλά τη λύση αυτή τη φορά τής τη δίνει ο μισητός της αντίπαλος Νίκος Ζαχαριάδης, που καταγγέλλει την επιστολή σαν κατασκευασμένη από την ασφάλεια, μια και ο Πλουμπίδης δεν βρίσκεται στην Ελλάδα, αλλά στο εξωτερικό, στέλνοντας έτσι στο εκτελεστικό απόσπασμα τον Μπελογιάννη και στο «πολιτικό απόσπασμα» τον Πλουμπίδη. Πηγή: Ποντίκι (2 – 11 – 2006)
Ενώ η στάση του Μπελογιάννη συγκινεί ακόμα και ιδεολογικούς αντιπάλους:
…μέχρι ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνας απευθύνει συγκινητική έκκληση για τη διάσωσή του: «Εχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο κι από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή». Πηγή: Ποντίκι (2 – 11 – 2006)
Τέλος μία αναφορά στα βιβλία των Μπελογιάννη και Μπάτση από ένα blog της Λιβαδειάς.
[1] Ελπίζω αυτό να εξηγεί επαρκώς στον κύριο Πρετεντέρη (πηγή: Βήμα) για το γιατί οι Ελληνες έχουν περισσότερη εμπάθεια σε καταστάσεις όπου εμπλέκονται οι «φονιάδες των λαών». Δεν είμαι πια από τους ανθρώπους που αρέσκονται να κολλάνε και να αναμασάνε το παρελθόν, ούτε από αυτούς που αποδίδουν όλα τα στραβά αυτού του τόπου στον ξένο παράγοντα.
Μόνοι μας βάλαμε τα χέρια μας και βγάλαμε τα μάτια μας και οι πόλεις ουσιαστικά αλώνονται από την κεκρόπορτά τους που είναι συνήθως ο εσωτερικός σπαραγμός, αλλά από την άλλη δεν μου αρέσει να θέλουν να διαγράψουν τη μνήμη μου. Οπως έλεγε στην τελευταία σκηνή του Underground του Εμίρ Κοστουρίτσα ο ένας εκ των ηρώων, ο οποίος είχε ζήσει με ψέμματα (του άλλου πόλου) θαμμένος για χρόνια κάτω από τη γη: «Συγχωρώ, αλλά δεν ξεχνώ»!
Posted in oraelladas, Οικονομία | No Comments »













